ἐμφράξεις

ἔμφραξις
stoppage
fem nom/voc pl (attic epic)
ἔμφραξις
stoppage
fem nom/acc pl (attic)
ἐμφράσσω
bar a passage
aor subj act 2nd sg (epic)
ἐμφράσσω
bar a passage
fut ind act 2nd sg
ἐμφράσσω
bar a passage
aor subj act 2nd sg (epic)
ἐμφράσσω
bar a passage
fut ind act 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκγλυφίδα — η 1. χαλύβδινο εργαλείο για την εκγλυφή οπών 2. ονομασία διαφόρων οδοντιατρικών εργαλείων που χρησιμοποιούνται για εμφράξεις …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρογαλβανισμός — ο ιατρ. παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος μέσα στο στόμα λόγω χρησιμοποίησης διαφορετικών μετάλλων για εμφράξεις ή οδοντικές προσθέσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο σύνθετο. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. electrogalvanism < electro (πρβλ. ηλεκτρο *) +… …   Dictionary of Greek

  • ποταμός — Στη φυσική γεωγραφία είναι υδάτινο ρεύμα, που χαρακτηρίζεται από μία σχετική συνέχεια και σταθερότητα τροφοδοσίας και με τομή κοίτης, γενικά, αρκετά ομαλή. Συνήθως αντιδιαστέλλεται από τον χείμαρρο, που έχει πιο ανώμαλους και απότομους… …   Dictionary of Greek

  • πόταμος — Στη φυσική γεωγραφία είναι υδάτινο ρεύμα, που χαρακτηρίζεται από μία σχετική συνέχεια και σταθερότητα τροφοδοσίας και με τομή κοίτης, γενικά, αρκετά ομαλή. Συνήθως αντιδιαστέλλεται από τον χείμαρρο, που έχει πιο ανώμαλους και απότομους… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.